Τρίτη, 14 Αυγούστου 2012

Χ. Μούλις (απόσπασμα)


 Η ψυχή πηγαίνει καβάλα σ' άλογο

Τώρα η νύχτα έπεφτε γοργά και απ' όλες τις πλευρές γλιστρούσε μέσα στην καμαρούλα. Κρατώντας στο ένα χέρι ένα μικρό μπουκάλι κονιάκ και στο άλλο το καπάκι απ' όπου έπινε, ο Κόρινθ κοι­τούσε το ταβάνι με βλέμμα απλανές. Βρισκόταν στη Δρέσδη. Έβλεπε τον εαυτό του ξαπλωμένο, σ' ένα κρεβάτι σ' έναν πυργίσκο, στη Δρέσδη... καπνίζοντας και πίνοντας αδιάλει­πτα κοιτούσε το ταβάνι. Σε μια γωνία είχε αρχίσει η αποσά­θρωση: ένα υπέροχο σημείο με σκασμένο ασβέστη απ' όπου ξεπρόβαλλε η μούχλα, ρόδινα, γκρίζα σύννεφα. Σκέφτηκε, αν δεν έχω την επίγνωση ότι βρίσκομαι στη Δρέσδη, τότε πού βρίσκομαι; Δεν είμαι στην Αμερική, ποτέ δεν ήμουν στην Α­μερική. Θυμήθηκε κάτι που είχε διαβάσει κάπου (ή μπας και το επινόησε ο ίδιος;): Η ψυχή πηγαίνει καβάλα σ' άλογο. Όταν πήγε για πρώτη φορά στη Νέα Υόρκη, στα δεκατρία του, είχε συνειδητοποιήσει μόνο μετά από τρεις μέρες ότι βρι­σκόταν εκεί: την ώρα που διέσχιζε ένα δρόμο, μες στη μέση του δρόμου, ανάμεσα στα αυτοκίνητα: Νέα Υόρκη. Η ψυχή του είχε ακολουθήσει καβάλα σε άλογο - να την. Δεν ήθελε να γίνει μηχανοκίνητη. Αυτή τη στιγμή έπλεε μερικές εκα­τοντάδες χιλιόμετρα από τις ακτές του Λονγκ Άιλαντ, σε μια σκούνα με φουσκωτά πανιά καθ' οδόν για την Ευρώπη· στο πανδοχείο της Χάβρης χλιμίντριζαν τα άλογα της ταχυδρο­μικής άμαξας. Εκείνη θα έφτανε μόνο όταν ο ίδιος θα είχε γυ­ρίσει προ πολλού στη Βαλτιμόρη - μήνες αργότερα, όταν με τα γυμνά μπράτσα του να εξέχουν από την άσπρη μπλούζα κι ένα κομμάτι νάιλον μπροστά στο στόμα θα στεκόταν σκυμ­μένος πάνω από μια γυναίκα η οποία άνοιγε διάπλατα το γε­μάτο χρυσό στόμα της προς τον ουρανό έξω, όπου ορθώνο­νταν γκριζωπά βουνά από μολύβι: Δρέσδη. Μόνο τότε η ψυ­χή του θα ανέβαινε τη σκάλα μαζί με τον Λούντβιχ και θα κοιτούσε τις ετοιμοθάνατες μύγες. Για μήνες θα αναγκαζό­ταν να τα βγάλει πέρα χωρίς τον εαυτό του, όπως μετά τον πόλεμο τα είχε βγάλει πέρα χωρίς τον εαυτό του για χρόνια. Ήπιε και έκλεισε τα μάτια και σκέφτηκε, η Γη είναι καλυμ­μένη με ανθρώπους που ταξιδεύουν πιο γρήγορα από την ψυχή τους, με τρένα και αυτοκίνητα και αεροπλάνα, και α­νάμεσα τους υπάρχει ο δέκατος όγδοος αιώνας των ξέπνοων ψυχών, καβάλα σε άλογα, σε βάρκες, σε άμαξες· και ορισμέ­νοι δεν πρόκειται ποτέ να προφτάσουν τον εαυτό τους. Πα­ντού πεθαίνουν σώματα χωρίς να έχουν ξαναβρεί την ψυχή τους, και μοναχικές ψυχές ταξιδεύουν ακόμα, αλλάζουν ά­λογα, διανυκτερεύουν σε πανδοχεία, συνεχίζουν το ταξίδι τους, καθ' οδόν για έναν τάφο. Και ορισμένες ψυχές πεθαί­νουν από ατύχημα, ή δολοφονούνται από ληστές ή γίνονται οι ίδιες ληστές, μ' ένα τσόχινο καπέλο κατεβασμένο χαμηλά ως τα μάτια τους κι ένα μαύρο πανί μπροστά στο στόμα τους, και πετάγονται αιμοσταγείς από τους θάμνους όταν εμφανί­ζεται μια καλή ψυχή στον επαρχιακό δρόμο, ένας άγιος, ένας άγγελος -
«... η ωραία Ελένη δεν παίζει πια...» (: ένας τύπος σε μια ανισόπεδη διάβαση).

απόσπασμα από ΤΟ ΠΕΤΡΙΝΟ ΝΥΦΙΚΟ ΚΡΕΒΑΤΙ




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου