Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2012

Η μελαγχολία των λιονταριών



ΠΕΔΡΟ ΧΟΥΑΝ ΓΚΟΥΤΙΕΡΕΣ
Η μελαγχολία των λιονταριών
μετ.: Κλεοπάτρα Ελαιοτριβιάρη
εκδ. Μεταίχμιο 

Στα μυθιστορήματα του Πέδρο Χουάν Γκουτιέρες (γενν. Κούβα, 1950) πρωταγωνιστεί σχεδόν πάντα η πατρίδα του, Κούβα, και ειδικότερα η Αβάνα, η πρωτεύουσά της. Δεσπόζει ακόμη και στους τίτλους: «Η βρόμικη τριλογία της Αβάνας», «Ο βασιλιάς της Αβάνας», «Ο έρωτας νοστάλγησε την Κούβα», «Ο δικός μας Γκράχαμ Γκρην στην Αβάνα», «Στην καρδιά της Κούβας»... Στο επίκεντρο της θεματικής του, η ανελεύθερη ζωή στην Κούβα, η παρακμή της πολιτικής, η μανία για το σεξ, η απογοήτευση του σύγχρονου ανθρώπου από τις συνθήκες της ζωής του - όλα αυτά ιδωμένα και σχολιασμένα με γενναίες δόσεις κυνισμού, στοιχείο που προσέδωσε στον συγγραφέα τον χαρακτηρισμό του «Μπουκόφσκι της Κούβας».
Στα τέλη της δεκαετίας του ’80, όμως, ο Γκουτιέρες ανοίγει μια παρένθεση στο μυθιστορηματικό του έργο και γράφει τα διηγήματα της συλλογής «Η μελαγχολία των λιονταριών» (κυκλοφόρησε μόλις το 2000), από τα οποία λείπει οποιαδήποτε ρητή αναφορά στην Κούβα. Το βιβλίο περιλαμβάνει 55 σύντομα πεζά, μερικά από τα οποία δεν υπερβαίνουν σε έκταση τη μία σελίδα. Αυτή η τόσο μικρή πεζογραφική φόρμα δεν είναι φυσικά καινούργια? έχει τις ρίζες της στους μύθους του Αισώπου και βρήκε τη συνέχειά της σε όλες τις ανά τον κόσμο εθνικές λογοτεχνίες μέσα στους αιώνες, για να επανέλθει δυναμικά στο προσκήνιο τους δύο περασμένους αιώνες, με ιδιαίτερη έμφαση την τελευταία δεκαετία (για την προβολή αυτού του σύγχρονου φαινομένου των εξαιρετικά σύντομων πεζών, το περιοδικό «Πλανόδιον» έχει δημιουργήσει ειδικό ιστολόγιο: http:// bonsaistoriesflashfiction.wordpress. com).
Αυτόνομα
Παρά την εξαιρετική τους συντομία, τα διηγήματα του είδους αποτελούν αυτόνομες δημιουργίες, με κριτήριο «όχι την εισαγωγή λιγότερων λέξεων αλλά την μη εισαγωγή περιττών λέξεων», όπως έχει παρατηρήσει επιγραμματικά ο David Lagmanovich. Tα χαρακτηρίζει επίσης κάτι που μπορεί να θεωρηθεί πως αντιβαίνει στην ελάχιστη έκτασή τους: όχι απλώς αντέχουν αλλά αποζητούν δεύτερη ή και τρίτη ανάγνωση, αποκαλύπτοντας κάθε φορά μια διαφορετική πτυχή τους, αφανή ή δυσδιάκριτη στην προηγούμενη ανάγνωση. Ενα τρίτο, βασικό χαρακτηριστικό αυτών των μικρών ή υπερμικρών διηγημάτων είναι η «βαριά-και-καθόλου-εύκολη-δουλειά» που αναθέτουν στον αναγνώστη: να τα ερμηνεύσει και να τα προεκτείνει, συμπληρώνοντας όλα τα κενά που σκόπιμα άφησε ο συγγραφέας. Ο Γκουτιέρες έχει πει σε συνέντευξή του: «Προσπαθώ να σέβομαι το μυαλό του αναγνώστη. Δεν θέλω να του τα εξηγώ όλα. Γράφω, νομίζω, με έναν κινηματογραφικό τρόπο. Και όπως σε μια ταινία δεν υπάρχει αφηγητής που περιγράφει την ταινία, αφήνοντας τον θεατή από την εικόνα και τους διαλόγους να δημιουργεί έναν ολόκληρο κόσμο, με τον ίδιο τρόπο λειτουργούν και τα βιβλία».
Κάθε μικροδιήγημα στη “Μελαγχολία των λιονταριών” έχει έναν ισχυρό μύθο που θα μπορούσε να αποτελέσει τον κορμό ενός εκτενέστατου πεζογραφήματος: ένας άνδρας δηλητηριάζει συστηματικά τη γυναίκα του κι όταν, μετά τον θάνατό της, γνωρίζει μια όμορφη νέα κοπέλα μπαίνει στον πειρασμό να περάσει μαζί της ”απέναντι”? ένας γέρος γιατρός που ασχολείται μόνο με εκτρώσεις και παρθενορραφές γοητεύεται από τις σωματικές οσμές των νέων γυναικών που προσφεύγουν στις υπηρεσίες του? ένας συγγραφέας φέρει εντός του εκατοντάδες διαφορετικούς εαυτούς, που συνεχώς αναπαράγονται? ένα ανδρόγυνο αγκαλιάζεται ξυπνώντας την ίδια στιγμή, επειδή έβλεπαν και οι δύο, ταυτόχρονα, τον ίδιο εφιάλτη... Στο αλλόκοτο, συχνά σουρεαλιστικό διηγηματικό σύμπαν του Γκουτιέρες κυκλοφορούν ακόμη σοκολατένιοι ποντικοί, άγγελοι, τραβεστί, αυτόχειρες, φυλακισμένοι και φαντάσματα, δημιουργώντας μια σπονδυλωτή παραβολή για τις περιπέτειες της ψυχής και του σώματος.
Ο Κουβανός δεξιοτέχνης της αφήγησης καταφέρνει να πειθαρχήσει και να συμπυκνώσει σε έκταση μέχρι 500 λέξεων τις ιστορίες του, σκιτσάροντας ελλειπτικούς αλλά πάντως ενδιαφέροντες χαρακτήρες και διατηρώντας σταθερό το αναγνωστικό ενδιαφέρον με τις αφηγηματικές ανατροπές και τις αλληγορίες του, τους κοφτούς διαλόγους, την οικονομία του λόγου, τη λιτότητα της έκφρασης, την ακρίβεια στην επιλογή των λέξεων, τη λεπτή ειρωνεία. Στο γράψιμό του μπορεί κανείς να ανιχνεύσει τη γόνιμη επίδραση που δέχθηκε από Ευρωπαίους πεζογράφους, όπως ο Κάφκα ή ο Κορτάσαρ και από κορυφαίους Αμερικανούς συγγραφείς του 20ού αιώνα, όπως ο Καπότε, ο Σέργουντ Αντερσον, ο Ντος Πάσος, ο Χεμινγουέι. Η Κλεοπάτρα Ελαιοτριβιάρη έχει κάνει εξαιρετική δουλειά, τόσο στη μετάφραση των απαιτητικών μικρών πεζών του Γκουτιέρες όσο και στη σύνταξη του χρήσιμου και διαφωτιστικού επιμέτρου.
Του Γιωργου Κορδομενιδη

Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2012

Σκανδιναβική λογοτεχνία

Θηρεύοντας τον ...τύπο                             Της Τιτικας Δημητρουλια

Κάθε φορά που η βία παροξύνεται στις σκανδιναβικές χώρες, η υπόλοιπη Ευρώπη αποσβολώνεται: η εικόνα της ανέφελης ευημερίας την οποία έχει επιτύχει, υποτίθεται, η σοσιαλδημοκρατία στις χώρες αυτές είναι τόσο βαθιά εντυπωμένη στον μέσο Ευρωπαίο, ώστε κάθε ρωγμή φαίνεται παράδοξη έως και αδιανόητη. Ετσι, μπορεί στις χώρες αυτές να δολοφονούνται πρωθυπουργοί και υπουργοί, μπορεί η ακροδεξιά να έχει, όπως αποδείχθηκε, ισχυρές δυνάμεις εμπροσθοφυλακής, μπορεί η ίδια η ιστορία τους, με τις ευγονικές και τις δωσιλογικές πρακτικές του παρελθόντος, να προειδοποιεί για τις αβύσσους και τον τρόμο κάτω από την ειδυλλιακή όψη, η Ευρώπη και ο κόσμος συνεχίζει να τις αντιμετωπίζει ως τον επίγειο παράδεισο. Αυτό δεν ισχύει όμως για τους αστυνομικούς συγγραφείς τους, οι οποίοι από τη δεκαετία του ’60 στηλιτεύουν τα κακώς κείμενα των κοινωνιών τους.
Ετσι, το διπλό, πολύνεκρο τρομοκρατικό χτύπημα στη Νορβηγία φέτος το καλοκαίρι από τον ακροδεξιό, φανατικό χριστιανό και αντι-ισλαμιστή Μπρέιβικ, ένα χτύπημα μίσους και φοβίας προς τον άλλο, τον διαφορετικό από έναν άνθρωπο που κατά δήλωσή του ήθελε να «πλήξει την κοινωνία, τα θεμέλιά της, τον τρόπο που κυβερνάται», το έχει προ πολλού καταγράψει ένας μεγάλος Νορβηγός αστυνομικός συγγραφέας, ο ριζοσπάστης μαρξιστής Γιον Μίσελετ – που από τη δεκαετία του ’70 κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για την άνοδο της ακροδεξιάς και τις εκτροπές στις οποίες οδηγεί, για τη δύναμη της συνωμοσιολογίας, η οποία μπορεί να μετατρέψει τον απλό άνθρωπο σε παρανοϊκό δολοφόνο, για τον ρατσισμό, την αποξένωση, την αλλοτρίωση που καταλήγει ψυχοπαθολογία. Στο βιβλίο του «Thygesen’s Terrorist», το 1989, λοιπόν, περιγράφει έναν διαταραγμένο ακροδεξιό που σκοτώνει μαζικά κόσμο σε ένα νησάκι του Οσλο.
«Είναι τρομερό και τρομακτικό που η μυθοπλασία έγινε φρικτή πραγματικότητα στο νησί Ουτόγια», δηλώνει σήμερα ο Μίσελετ (www.telegraph. co.uk/news/worldnews/europe/norway), ο οποίος σε άλλο βιβλίο του, στο «Hadeland Killings», αφηγείται πώς μια ομάδα ακροδεξιών σκοτώνει αυτούς που θεωρούσε ξένο σώμα για την κοινωνία – παραπέμποντας ευθέως και πάλι στο χτύπημα του Οσλο.
Γεννημένος το 1944, ο Μίσελετ παίρνει στη δεκαετία του ’70 τη σκυτάλη από τους θρυλικούς σκαπανείς του αστυνομικού Περ Βάλε και Μάιγ Χέβαλ (Maj Sjowall και Per Wahloo, που έχουν αποδοθεί στα ελληνικά ως Μ. Σγιεβάλ και Π. Βαλέε). Πρόκειται για ένα ζευγάρι Σουηδών μαρξιστών που σε δέκα μυθιστορήματα με τον γενικό τίτλο «Το μυθιστόρημα του εγκλήματος» και μέσα σε μια δεκαετία, από το 1965 ώς το 1975, οπότε και πεθαίνει ο Βάλε, κατέγραψαν καυστικά αλλά και με χιούμορ τα κυριολεκτικά και μεταφορικά εγκλήματα πάνω στα οποία στηρίζεται τελικά το σουηδικό θαύμα. Μεγάλα συμφέροντα, διαφθορά, βαρβαρότητα, έλλειψη αλληλεγγύης, βία απέναντι στον αδύναμο και ειδικά στη γυναίκα (κάτι που θα το συναντήσουμε με έμφαση και στον Στιγκ Λάρσον και σε πολλούς άλλους), ξενοφοβία, εξαθλίωση, συντηρητισμός, αδυναμίες μιας αστυνομίας που σε γενικές γραμμές είναι προσανατολισμένη στη στήριξη της κοινωνίας – μια θέση που συνεχίζουν να υποστηρίζουν έως σήμερα πολλοί Σκανδιναβοί αστυνομικοί συγγραφείς.
Μάνκελ και Λάρσον
Είναι εντυπωσιακό πάντως το πόσο στενά παρακολουθεί η ελληνική αγορά τελικά τις διεθνείς τάσεις, το αυξανόμενο ενδιαφέρον για την σκανδιναβική αστυνομική λογοτεχνία στην Ευρώπη εν προκειμένω, ασχέτως αν αυτές περνούν ή όχι στο ευρύ κοινό: οι Σουηδοί που καθόρισαν την εξέλιξη ολόκληρης της σκανδιναβικής λογοτεχνίας μεταφράζονται στην Ελλάδα από το 1996, οπότε κυκλοφορεί «Το τέρας» και λίγο αργότερα η «Ροζάννα» από τις εκδ. Γράμματα.
Συνεχιστής πάντως του ζεύγους και συνοδοιπόρος του Μίσελετ θα είναι ο προσφιλής και στους Ελληνες αναγνώστες Σουηδός ακτιβιστής Χένινγκ Μάνκελ. Εμβληματική μορφή της παγκόσμιας αστυνομικής λογοτεχνίας πλέον, με 20 εκατομμύρια πωλήσεις στο ενεργητικό του, ο Μάνκελ ζει εδώ και πολλά χρόνια ανάμεσα στη Σουηδία και το Μαπούτου, στη Μοζαμβίκη. Ξεκίνησε με ένα βιβλίο για τους ανθρακωρύχους και την ιστορία του εργατικού κινήματος και συνεχίζει έως σήμερα να εξερευνά τον παγκόσμιο καπιταλισμό, τις δομές της εξουσίας και τον φασιστικό παροξυσμό σε όλες τις εκφάνσεις του, το χάσμα μεταξύ ανεπτυγμένων και αναπτυσσόμενων χωρών, με έμφαση στη φρικιαστική εκμετάλλευση της αφρικανικής ηπείρου από τη Δύση, την οποία καταγράφει και στο τελευταίο του βιβλίο, τα «Ματωμένα χνάρια» (εκδ. Ψυχογιός, όπως και όλα τα υπόλοιπα).
Ο Μάνκελ προσέδωσε στο σκανδιναβικό αστυνομικό μυθιστόρημα τους τίτλους ευγενείας του. Ο Στιγκ Λάρσον, όμως, ήταν αυτός που έριξε πάνω του το φως των προβολέων. Επίσης μαρξιστής και ακτιβιστής, μυθιστορηματική μορφή καθώς τα βιβλία του εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του και πούλησαν μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα 25 εκατομμύρια αντίτυπα, ο Λάρσον επιμένει και αυτός στην παράδοση των Βάλε - Χέβαλ, Μίσελετ και Μάνκελ, στον ναζισμό, τον φασισμό, τον ρατσισμό, τη διαπλοκή και τη διαφθορά. Επισκιάζει για λίγο μια σειρά πολύ καλούς συγγραφείς (διότι υπάρχουν βεβαίως και λιγότερο καλοί που μεταφράζονται επίσης), τους οποίους διαβάζουμε σήμερα.
Ευγονισμός και πειράματα
Αν ο Οκε Εντβαρντσον (Οke Edwardson) παραμένει ελάχιστα γνωστός στους Ελληνες, ο Ισλανδός Αρνάλντουρ Ιντρίντασον (συμπεριλαμβάνουμε στη Σκανδιναβία την Ισλανδία για λόγους ιστορικούς και πολιτισμικούς) με τη «Φορμόλη» (εκδ. Λιβάνη) –που έγινε ταινία με τίτλο «Μολυσμένο αίμα»– καταγγέλλει και στα καθ’ ημάς μια άλλη σκοτεινή πτυχή της ιστορίας των χωρών αυτών, τον ευγονισμό και τα γενετικά πειράματα. Μένοντας στην Ισλανδία, την οποία η Αν-Μαρί Μετελιέ των ομώνυμων γαλλικών εκδόσεων χαρακτηρίζει «εργαστήριο των όσων ζούμε», αφού όπως λέει οι Ισλανδοί πέρασαν ταχύτατα από την κοινωνία των ψαράδων στην παγκοσμιοποίηση, την κατάρρευση των αξιών και τελικά τη διάψευση, η Ιρσα Σιγκουρδαρντότιρ («Χαμένες ψυχές», εκδ. Διήγηση), ο Αρνι Θοράρινσον («Ο καιρός της μάγισσας», εκδ. Πόλις) στήνουν στο ιδιαίτερο τοπίο της χώρας τους περίπλοκες ιστορίες, με έντονο το στοιχείο της παράδοσης και της ιστορίας.
Από τη Σουηδία, πλάι στις «βασίλισσες» του «πολικού αστυνομικού», τη Λίζα Μάρκλουντ («Ολυμπιακή έκρηξη», εκδ. Σύγχρονοι Ορίζοντες) και την πρώην υπουργό Δικαιοσύνης της Νορβηγίας Αννε Χολτ («Αυτό που μου ανήκει», εκδ. Ορφέας), πλάι στον Χάκαν Νέσερ με το «Αραιό δίχτυ» (εκδ. Ορφέας), ο Αρνε Νταλ με την «Ομάδα Α» του («Misterioso», «Τυχαίο θύμα», εκδ. Μεταίχμιο) αναδεικνύεται μια πολύ αναγνωρίσιμη και ιδιαίτερη φωνή, που ουδεμία σχέση έχει με την επίσης Σουηδή, προβεβλημένη και άνευ ενδιαφέροντος Καμίλα Λέκμπεργκ. Οι νεότεροι Μίκαελ Γιουρτ και Χανς Ρούσενφελντ («Σκοτεινά μυστικά», εκδ. Ψυχογιός) και Λαρς Κέπλερ («Ο υπνωτιστής», εκδ. Πατάκη) παρουσιάζουν επίσης εξαιρετικό ενδιαφέρον.
Θεωρώντας δεδομένο ότι οι καλοί Σκανδιναβοί συγγραφείς είναι πολλοί και αρκετοί ίσως μου διαφεύγουν, θα ήθελα να κλείσω τη σύντομη αυτή επισκόπηση με δύο εξαιρετικούς, κατά τη γνώμη μου, Νορβηγούς συγγραφείς: τον Τζο Νέσμπο (Jo Nesbo, δηλαδή Γιου Νέσμπε), με τον «Κοκκινολαίμη» του (εκδ. Ορφέας), άλλο ένα βιβλίο για τον ναζισμό στη Νορβηγία, και το άρτι εκδοθέν επίσης εξαιρετικό «Νέμεσις» (εκδ. Μεταίχμιο)? και τον Γκούναρ Στόλεσεν, με το «Δικός σου ως το θάνατο» και το «Στο σκοτάδι όλοι οι λύκοι είναι γκρι» (εκδ. Πόλις), που επίσης εστιάζει στην καθημερινή βία και στις ιστορικές και κοινωνικές αιτίες της.
Γιατί οι Σκανδιναβοί κατακτούν τον κόσμο
Αν ο επιφανής επαναστάτης Ερνέστ Μαντέλ («Meurtres exquis. Histoire sociale du roman policier », La Breche», 1986) έχει δίκιο ως προς την άνθηση της αστυνομικής λογοτεχνίας όταν λέει ότι: «Η αστική κοινωνία, γεννημένη από τη βία, την αναπαράγει διαρκώς και ξεχειλίζει από βία. Προέρχεται από το έγκλημα και οδηγεί στο έγκλημα, που διαπράττεται σε μια κλίμακα που τείνει να γίνει βιομηχανική. Είναι βέβαιο, η άνθηση του αστυνομικού μυθιστορήματος εξηγείται ίσως από το γεγονός ότι η αστική κοινωνία, συνολικά θεωρούμενη, είναι μια εγκληματική κοινωνία», δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε την ιδιαιτερότητα της χώρας και, κυρίως, του συγγραφέα και του έργου.
Η σκανδιναβική αστυνομική λογοτεχνία έχει πολύ καλούς συγγραφείς, πολλοί από τους οποίους δεν γράφουν μόνο αστυνομικά μυθιστορήματα, όπως ο Μάνκελ, ο Στόλεσεν, ο Νταλ. Πολλοί από αυτούς συνομιλούν δημιουργικά με την παράδοσή τους στα γράμματα και τις τέχνες, από τον Στρίντμπεργκ και τον Ιψεν έως τον Τρανστρέμερ, τον Χάμσουν, τον Ενκβιστ, αλλά και τον Μπέργκμαν και τον Λαρς φον Τρίερ. Μεγάλο ρόλο ωστόσο στην επιτυχία της σκανδιναβικής λογοτεχνίας διαδραμάτισε σίγουρα και το «εξωτικό» για τους ξένους αναγνώστες τοπίο, τα λιμάνια και η ύπαιθρος, οι μεγαλουπόλεις και τα φιόρδ, οι λευκές νύχτες και το σκοτάδι που αποκτά συμβολική διάσταση, και η ιδιαίτερη αυτή σκανδιναβική μελαγχολία.
Εξίσου σημαντική είναι και η επιλογή των περισσότερων συγγραφέων να αγκιστρώνουν την πλοκή τους σε μια καθημερινότητα άχρωμη κι αφόρητη, την οποία μαζί με την πλειονότητα των ανθρώπων βιώνουν και οι αντι-ήρωές τους, αλκοολικοί, καταθλιπτικοί, αποτυχημένοι, μοναξιασμένοι αστυνομικοί σαν τον Χάρι Χόλε του Νέσμπο και τον Κουρτ Βαλάντερ του Μάνκελ, ιδιωτικοί ντετέκτιβ σαν τον Βαργκ Βέουμ του Στόλεσεν και αυτόκλητοι ερευνητές σαν τον Μίκαελ Μπλούμκβιστ και την καρτουνίστικη Λίσμπετ Σαλάντερ του Λάρσον. Αν προσθέσουμε και την ψυχογραφική δεινότητα των περισσοτέρων, καταλαβαίνουμε γιατί η σκανδιναβική λογοτεχνία, ως κοινωνική λογοτεχνία, κατακτά τον κόσμο. Καλό διάβασμα.
Βιβλία για διάβασμα
- Maj Sjοwall και Per Wahlοο, «Το τέρας», «Ροζάννα».
- Χένινγκ Μάνκελ, «Ματωμένα ίχνη».
- Στιγκ Λάρσον, «Μιλένιουμ».
- Αρνάλντουρ Ιντρίντασον, «Φορμόλη».
- Ιρσα Σιγκουρδαρντότιρ, «Χαμένες ψυχές».
- Αρνι Θοράρινσον, «Ο καιρός της μάγισσας».
- Λίζα Μάρκλουντ, «Ολυμπιακή έκρηξη».
- Αννε Χολτ, «Αυτό που μου ανήκει».
- Χάκαν Νέσερ, «Αραιό δίχτυ».
- Αρνε Νταλ, «Misterioso», «Τυχαίο θύμα».
- Μίκαελ Γιουρτ και Χανς Ρούσενφελντ, «Σκοτεινά μυστικά».
- Λαρς Κέπλερ, «Ο υπνωτιστής».
- Jo Nesbo, «Ο κοκκινολαίμης», «Νέμεσις».
- Γκούναρ Στόλεσεν «Δικός σου ως το θάνατο», «Στο σκοτάδι όλοι οι λύκοι είναι γκρι».
- Jon Michelet «Thygesen’s Terrorist», «Hadeland Killings» (αγγλική μετάφραση, αμετάφραστα στα ελληνικά).

Ολα έρχονται στο φως



Θηρεύοντας τον ...τύπο       Της Κατερινας Σχινα 
 
 
Jonathan Safran Foer
Ολα έρχονται στο φως
μετ. Μυρσίνη Γκανά
εκδ. Μελάνι, σελ. 442
Δυσκολεύεται κανείς να πιστέψει πως ένα τόσο πυκνό, συγκινητικό και βαθύ βιβλίο βγήκε από την πένα ενός νεαρού μόλις 24 ετών – αν και μονάχα ένας τόσο νέος συγγραφέας θα μπορούσε να μπολιάσει τη θλίψη με τόσο ιλαρό χιούμορ και τη διάχυτη αίσθηση της τραγωδίας με τόση ομορφιά. Ωριμος και συνάμα ανάλαφρος, ικανός να συνδυάζει νεανική σπιρτάδα με ενήλικη ειρωνεία, στοχαστική ματιά και συγκινητική διορατικότητα, κατασκευαστική ευφυΐα και υφολογικό δαιμόνιο, ο Τζόναθαν Σάφραν Φόερ αποτυπώνει, σ’ αυτό το πρώτο του μυθιστόρημα, ένα ταξίδι σε αναζήτηση του παρελθόντος και των κρυφών νοημάτων του, μια φιλία που αναπτύσσεται σε πείσμα των γλωσσικών και πολιτισμικών χασμάτων, την αγάπη, σε όλες της τις μορφές, και «τη μονιμότητα της αλήθειας» της.
Ο συγγραφέας δίνει στον ήρωα του βιβλίου του το όνομά του, όπως έχουν κάνει τόσοι και τόσοι δημιουργοί πριν απ’ αυτόν, τον προικίζει όμως με μια καταγωγή οδυνηρή κι ένα μυστικό τόσο βαρύ που καταντάει ανείπωτο. Ονομάζεται, λοιπόν, κι αυτός Τζόναθαν Σάφραν Φόερ, είναι κι αυτός πολύ νέος, και ταξιδεύει στην Ουκρανία σε αναζήτηση της Ογκουστίν, της γυναίκας που έσωσε κάποτε τη ζωή του παππού του από τους ναζί, και του προγονικού χωριού του, του αφανούς, λησμονημένου Τράχιμπροντ. Τον αναλαμβάνει, στον ρόλο του οδηγού και δραγουμάνου αρχικά, του φίλου και alter ego αργότερα, ο Αλεξ Πέρτσοφ, ένας ομήλικός του ουκρανικής καταγωγής, λάτρης της αμερικανικής ποπ κουλτούρας και γλώσσας – αν και τα αγγλικά του, καθώς μοιάζουν συντεθειμένα από λεξικογραφικά λήμματα, πάσχουν εμφανώς από ακυριολεξία και άτοπη λογιοσύνη. Μαζί τους, ένας «τυφλός» παππούς και μια «διαταραγμένη» σκύλα–οδηγός? μπροστά τους η ιστορία, η ζωή, η αξεδιάλυτη μοίρα των ανθρώπων, η εναλλαξιμότητα των πεπρωμένων, η φρίκη και η ομορφιά που θα τις ψηλαφίσουν διστακτικά, έμφορτοι από δέος, ώς την τρομερή αποκάλυψη του τέλους.
Τρία είναι τα αφηγηματικά νήματα που συνυφαίνονται αριστοτεχνικά σε τούτο το βιβλίο: στο ένα, ο Αλεξ περιγράφει το ταξίδι τους στην Ουκρανία, χρησιμοποιώντας τα αυτοσχέδια, άλλοτε εφευρετικά, άλλοτε κωμικά, άλλοτε αλλόκοτα αγγλικά του? στο δεύτερο ανασυστήνονται μαγικορεαλιστικά επεισόδια από τη ζωή των Εβραίων του Τράχιμπροντ υπό τη μορφή ενός μυθιστορήματος που γράφει ο Τζόναθαν Σάφραν Φόερ, ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου? το τρίτο, τέλος, είναι οι επιστολές που απευθύνει ο Αλεξ στον Τζόναθαν, ο οποίος έχει πια επιστρέψει στην Αμερική, επιστολές στις οποίες σχολιάζει το «εν προόδω» μυθιστόρημα του Φόερ που ο συγγραφέας του αποστέλλει τμηματικά, ενώ ταυτόχρονα ζητάει συμβουλές για τα δικά του γραπτά. Η δεξιότητα του πραγματικού συγγραφέα (και όχι του συνονόματου μυθιστορηματικού ήρωα), ωστόσο, δεν έγκειται μόνο στο περίτεχνο μπλέξιμο των αφηγηματικών μίτων, αλλά και στους μηχανισμούς της αποπλάνησης του αναγνώστη τους οποίους ενεργοποιεί, καθώς η αφήγηση μοιάζει να συντίθεται, να διορθώνεται και να ανασκευάζεται καθώς τη διαβάζουμε. Γιατί δεν πρέπει να φανταστούμε μια μεταμοντέρνα κατασκευή, αυτάρεσκη μέσα στην αρτιότητά της, ναρκισσιστική και περίκλειστη. Ανάμεσα στο θρύλο και στη ρεαλιστική ωμότητα, τη μαγεία και τον ζόφο, το πιθανό και το αδιανόητο, το μυθιστόρημα του Φόερ απευθύνεται – κι αυτή είναι η μεγαλύτερη χάρη του. Χωρίς να επιδιώκει την πολυπλοκότητα per se, ο συγγραφέας δένει σφιχτά τον αναγνώστη στην τριπλόκαμη κλωστή της ανέμης του από την πρώτη ώς την τελευταία σελίδα.
Κι εδώ αξίζει ιδιαίτερη μνεία στη μεταφραστική δουλειά της Μυρσίνης Γκανά, που με εφευρετικότητα και κέφι ανταποκρίθηκε στο πιο ξεχωριστό στοιχείο αυτού του μυθιστορήματος και κύρια πηγή της σαγήνης του – τη γλώσσα. Μια γλώσσα που, καθώς έγραψε η κριτικός Φρανσίν Πρόουζ, «είχε να κατακουρελιαστεί και να ενεργοποιηθεί με τέτοια εξυπνάδα και μπρίο από την εποχή που ο Αντονι Μπέρζες έγραψε το “Κουρδιστό πορτοκάλι”».