Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2012

Η μελαγχολία των λιονταριών



ΠΕΔΡΟ ΧΟΥΑΝ ΓΚΟΥΤΙΕΡΕΣ
Η μελαγχολία των λιονταριών
μετ.: Κλεοπάτρα Ελαιοτριβιάρη
εκδ. Μεταίχμιο 

Στα μυθιστορήματα του Πέδρο Χουάν Γκουτιέρες (γενν. Κούβα, 1950) πρωταγωνιστεί σχεδόν πάντα η πατρίδα του, Κούβα, και ειδικότερα η Αβάνα, η πρωτεύουσά της. Δεσπόζει ακόμη και στους τίτλους: «Η βρόμικη τριλογία της Αβάνας», «Ο βασιλιάς της Αβάνας», «Ο έρωτας νοστάλγησε την Κούβα», «Ο δικός μας Γκράχαμ Γκρην στην Αβάνα», «Στην καρδιά της Κούβας»... Στο επίκεντρο της θεματικής του, η ανελεύθερη ζωή στην Κούβα, η παρακμή της πολιτικής, η μανία για το σεξ, η απογοήτευση του σύγχρονου ανθρώπου από τις συνθήκες της ζωής του - όλα αυτά ιδωμένα και σχολιασμένα με γενναίες δόσεις κυνισμού, στοιχείο που προσέδωσε στον συγγραφέα τον χαρακτηρισμό του «Μπουκόφσκι της Κούβας».
Στα τέλη της δεκαετίας του ’80, όμως, ο Γκουτιέρες ανοίγει μια παρένθεση στο μυθιστορηματικό του έργο και γράφει τα διηγήματα της συλλογής «Η μελαγχολία των λιονταριών» (κυκλοφόρησε μόλις το 2000), από τα οποία λείπει οποιαδήποτε ρητή αναφορά στην Κούβα. Το βιβλίο περιλαμβάνει 55 σύντομα πεζά, μερικά από τα οποία δεν υπερβαίνουν σε έκταση τη μία σελίδα. Αυτή η τόσο μικρή πεζογραφική φόρμα δεν είναι φυσικά καινούργια? έχει τις ρίζες της στους μύθους του Αισώπου και βρήκε τη συνέχειά της σε όλες τις ανά τον κόσμο εθνικές λογοτεχνίες μέσα στους αιώνες, για να επανέλθει δυναμικά στο προσκήνιο τους δύο περασμένους αιώνες, με ιδιαίτερη έμφαση την τελευταία δεκαετία (για την προβολή αυτού του σύγχρονου φαινομένου των εξαιρετικά σύντομων πεζών, το περιοδικό «Πλανόδιον» έχει δημιουργήσει ειδικό ιστολόγιο: http:// bonsaistoriesflashfiction.wordpress. com).
Αυτόνομα
Παρά την εξαιρετική τους συντομία, τα διηγήματα του είδους αποτελούν αυτόνομες δημιουργίες, με κριτήριο «όχι την εισαγωγή λιγότερων λέξεων αλλά την μη εισαγωγή περιττών λέξεων», όπως έχει παρατηρήσει επιγραμματικά ο David Lagmanovich. Tα χαρακτηρίζει επίσης κάτι που μπορεί να θεωρηθεί πως αντιβαίνει στην ελάχιστη έκτασή τους: όχι απλώς αντέχουν αλλά αποζητούν δεύτερη ή και τρίτη ανάγνωση, αποκαλύπτοντας κάθε φορά μια διαφορετική πτυχή τους, αφανή ή δυσδιάκριτη στην προηγούμενη ανάγνωση. Ενα τρίτο, βασικό χαρακτηριστικό αυτών των μικρών ή υπερμικρών διηγημάτων είναι η «βαριά-και-καθόλου-εύκολη-δουλειά» που αναθέτουν στον αναγνώστη: να τα ερμηνεύσει και να τα προεκτείνει, συμπληρώνοντας όλα τα κενά που σκόπιμα άφησε ο συγγραφέας. Ο Γκουτιέρες έχει πει σε συνέντευξή του: «Προσπαθώ να σέβομαι το μυαλό του αναγνώστη. Δεν θέλω να του τα εξηγώ όλα. Γράφω, νομίζω, με έναν κινηματογραφικό τρόπο. Και όπως σε μια ταινία δεν υπάρχει αφηγητής που περιγράφει την ταινία, αφήνοντας τον θεατή από την εικόνα και τους διαλόγους να δημιουργεί έναν ολόκληρο κόσμο, με τον ίδιο τρόπο λειτουργούν και τα βιβλία».
Κάθε μικροδιήγημα στη “Μελαγχολία των λιονταριών” έχει έναν ισχυρό μύθο που θα μπορούσε να αποτελέσει τον κορμό ενός εκτενέστατου πεζογραφήματος: ένας άνδρας δηλητηριάζει συστηματικά τη γυναίκα του κι όταν, μετά τον θάνατό της, γνωρίζει μια όμορφη νέα κοπέλα μπαίνει στον πειρασμό να περάσει μαζί της ”απέναντι”? ένας γέρος γιατρός που ασχολείται μόνο με εκτρώσεις και παρθενορραφές γοητεύεται από τις σωματικές οσμές των νέων γυναικών που προσφεύγουν στις υπηρεσίες του? ένας συγγραφέας φέρει εντός του εκατοντάδες διαφορετικούς εαυτούς, που συνεχώς αναπαράγονται? ένα ανδρόγυνο αγκαλιάζεται ξυπνώντας την ίδια στιγμή, επειδή έβλεπαν και οι δύο, ταυτόχρονα, τον ίδιο εφιάλτη... Στο αλλόκοτο, συχνά σουρεαλιστικό διηγηματικό σύμπαν του Γκουτιέρες κυκλοφορούν ακόμη σοκολατένιοι ποντικοί, άγγελοι, τραβεστί, αυτόχειρες, φυλακισμένοι και φαντάσματα, δημιουργώντας μια σπονδυλωτή παραβολή για τις περιπέτειες της ψυχής και του σώματος.
Ο Κουβανός δεξιοτέχνης της αφήγησης καταφέρνει να πειθαρχήσει και να συμπυκνώσει σε έκταση μέχρι 500 λέξεων τις ιστορίες του, σκιτσάροντας ελλειπτικούς αλλά πάντως ενδιαφέροντες χαρακτήρες και διατηρώντας σταθερό το αναγνωστικό ενδιαφέρον με τις αφηγηματικές ανατροπές και τις αλληγορίες του, τους κοφτούς διαλόγους, την οικονομία του λόγου, τη λιτότητα της έκφρασης, την ακρίβεια στην επιλογή των λέξεων, τη λεπτή ειρωνεία. Στο γράψιμό του μπορεί κανείς να ανιχνεύσει τη γόνιμη επίδραση που δέχθηκε από Ευρωπαίους πεζογράφους, όπως ο Κάφκα ή ο Κορτάσαρ και από κορυφαίους Αμερικανούς συγγραφείς του 20ού αιώνα, όπως ο Καπότε, ο Σέργουντ Αντερσον, ο Ντος Πάσος, ο Χεμινγουέι. Η Κλεοπάτρα Ελαιοτριβιάρη έχει κάνει εξαιρετική δουλειά, τόσο στη μετάφραση των απαιτητικών μικρών πεζών του Γκουτιέρες όσο και στη σύνταξη του χρήσιμου και διαφωτιστικού επιμέτρου.
Του Γιωργου Κορδομενιδη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου